ΠΑΡΑΓΩΓΗ

Με ροζέ ρετσίνα το come back της Μαλαματίνας

Share

Με μια ρετσίνα που απευθύνεται στο νεανικό κοινό, η «Μαλαματίνα» κάνει δυναμικό come back και δίνει χρώμα στο «λαϊκό» κρασί. Πιο αρωματική και πιο φρουτώδης, η ροζέ ρετσίνα κυκλοφορεί στην κλασική γυάλινη συσκευασία των 500 ml και σύντομα θα ακολουθήσει το «δρόμο» της κλασικής ρετσίνας η οποία «ταξιδεύει» σε 37 χώρες.

Η ρετσίνα έχει μια ιστορία χιλιάδων χρόνων και σύμφωνα με την επίσημη νομοθεσία, εντάσσεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση στα κρασιά με «Ονομασία κατά Παράδοση» τα οποία παράγονται με παραδοσιακές μεθόδους αποκλειστικά από Ελληνικά σταφύλια και μόνο στην Ελλάδα (ΠΔ 514/1979).

Όπως αναφέρει η εταιρεία «Σκοπός μας είναι να ανταμείψουμε τους Έλληνες του εξωτερικού με την παρουσία της αυθεντικής ρετσίνας Μαλαματίνα αλλά και να δώσουμε στους ξένους καταναλωτές την ευκαιρία να γνωρίσουν ένα σημαντικό κεφάλαιο της ελληνικής οινοποιίας που μας συντροφεύει εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Προτεραιότητά μας αποτελεί η ορθή εκπροσώπηση της Ρετσίνας αλλά και της Ελληνικής επιχειρηματικότητας. Συνεχίζουμε τις προσπάθειές μας για ακόμα μεγαλύτερη ανάπτυξη των εξαγωγών, μέσα από μία σημαντική σειρά επενδύσεων».

Μια ιστορία που ξεκινά το 1937…

Σήμερα, το παραγωγικό κέντρο της Μαλαματίνα βρίσκεται στη Βοιωτία. Ωστόσο, το παλαιότερο και μεγαλύτερο Οινοποιείο δημιουργήθηκε το 1937 και, μέχρι σήμερα, διαθέτει πανελλήνια πρωτοπορία. Είναι από τα πρώτα οινοποιεία στη χώρα που εγκατέστησε τα πνευματικά πιεστήρια το 1986. Διαθέτει 7 πνευματικά πιεστήρια που έχουν τη δυνατότητα να επεξεργάζονται μέχρι και 2.000 τόνους την ημέρα, 150 σύγχρονες ανοξείδωτες δεξαμενές με χωρητικότητα που αγγίζει τους 20.000 τόνους, εξελιγμένα συστήματα ψύξεως γλεύκους (μούστου) και τελευταίας τεχνολογίας βιολογικό καθαρισμό για την προστασία του περιβάλλοντος.

Το Οινοποιείο του Φάρου έχει ένα πλήρως εξοπλισμένο οινολογικό εργαστήριο όπου το εξειδικευμένο προσωπικό ελέγχει κάθε στάδιο οινοποίησης, διασφαλίζοντας την άριστη ποιότητα της Ρετσίνας Μαλαματίνα.

Το 2ο ιδιόκτητο Οινοποιείο δημιουργήθηκε για να καλύψει την αυξημένη ζήτηση της ρετσίνας. Πρόκειται για το Οινοποιείο Ριτσώνας διαθέτει 3 πνευματικά πιεστήρια δυναμικότητας πατήματος 400 τόνων σταφυλιών την ημέρα, 38 σύγχρονες ανοξείδωτες δεξαμενές χωρητικότητας 3.400 τόνων, εξελιγμένα συστήματα ψύξης και τελευταίας τεχνολογίας βιολογικό καθαρισμό για την προστασία του περιβάλλοντος.

Το 3ο Οινοποιείο δημιουργήθηκε το 2003. Η μονάδα κατασκευάστηκε στο κέντρο του μεγαλύτερου αμπελώνα της Ελλάδας, όπου και εφαρμόστηκε από πλευράς τεχνολογίας ό,τι πιο εξελιγμένο υπάρχει στο χώρο της οινοποιίας.

Διαθέτει 4 πνευματικά πιεστήρια με δυνατότητα να παραλαμβάνουν 700 τόνους σταφύλια την ημέρα, 103 σύγχρονες ανοξείδωτες δεξαμενές συνολικής χωρητικότητας 10.300 τόνων, εξελιγμένα συστήματα ψύξης με δυνατότητα ηλεκτρονικού ελέγχου θερμοκρασίας του γλεύκους κατά τη διάρκεια της ζύμωσης.

Η επιχείρηση προσφέρει εμφιαλωμένη ρετσίνα από το 1957 και το εμφιαλωτήριό της, ένα από τα μεγαλύτερα της Ευρώπης, βρίσκεται στο Καλοχώρι της Θεσσαλονίκης

Η ρετσίνα, το κρασί του λαού

Σύμφωνα με την Εθνική Διεπαγγελματική Οργάνωση Αμπέλου και Οίνου, η ρετσίνα είναι το πλέον γνωστό παραδοσιακό ελληνικό κρασί. Για αρκετά χρόνια ήταν ο πιο γνωστός τύπος ελληνικού κρασιού, σε σημείο που η φήμη της –όχι πάντα θετική– να επισκιάζει γνωστά ελληνικά κρασιά και τοπωνύμια.

Η ρετσίνα παράγεται αδιάλειπτα εδώ και χιλιάδες χρόνια, όπως αποδεικνύεται από αρχαιολογικά ευρήματα, αλλά και από αμέτρητες γραπτές αναφορές, σχετικά με την παραγωγή και την κατανάλωση του ρητινίτη οίνου, όπως ονομαζόταν στην αρχαιότητα. Οι κύριοι λόγοι για τους οποίους γινόταν η χρήση ρετσινιού στους οίνους και διαδόθηκε η παραγωγή της ρετσίνας ήταν οι εξής:

  • Η γειτνίαση των αμπελώνων με πευκοδάση που παράγουν ρετσίνι, ειδικά στην κεντρική Ελλάδα (Στερεά Ελλάδα).
  • Η πρακτική της σφράγισης του στομίου και της επάλειψης του εσωτερικού των αμφορέων (δοχείων της αρχαιότητας για την αποθήκευση και τη μεταφορά του κρασιού), με ρετσίνι από πεύκα, για στεγανοποίηση και αποφυγή της επαφής του κρασιού με τον αέρα.
  • Η προσθήκη ρητίνης (ρετσινιού) για την καλύτερη συντήρηση του κρασιού.
  • Η χρήση κρασοβάρελων από ξύλο πεύκου (σε μεταγενέστερους χρόνους).
  • Η προσθήκη ρητίνης για βελτίωση οργανοληπτικά υποβαθμισμένων κρασιών.
  • Η επέμβαση με προσθήκη ρητίνης για το ιδιαίτερο άρωμά της, οινολογική πρακτική η οποία εφαρμόζεται και σήμερα.

Η ρετσίνα παράγεται με την προσθήκη φυτικής ρητίνης πεύκου, του είδους Pinus Hallepensis, κατά τη διάρκεια της ζύμωσης, με σκοπό την παραγωγή λευκού –σπανίως και ροζέ– κρασιού. Στη συνέχεια, η ρητίνη (το γνωστό ρετσίνι) απομακρύνεται, αφήνοντας στο κρασί μόνο το άρωμά της. Η κύρια ποικιλία παραγωγής ρετσίνας είναι το σαββατιανό, ενώ ακολουθεί ο ροδίτης.

Η ρετσίνα, όταν είναι καλής ποιότητας, εκφράζεται με το χαρακτηριστικό βαλσαμικό άρωμα του πεύκου, αφήνοντας όμως να φανούν και τα αρώματα του σταφυλιού. Η ανεπαίσθητη αίσθηση πικράδας στη γεύση της προκαλεί ένα δροσιστικό, σχεδόν αναψυκτικό τελείωμα, σα να υπάρχει στο κρασί ανθρακικό, κάνοντάς την ιδανικό σύντροφο των έντονων πιάτων της παραδοσιακής ελληνικής κουζίνας.

Η ρετσίνα μπορεί να παραχθεί μόνο στην Ελλάδα, σε όλη τη χώρα, φέροντας την ένδειξη «Ονομασία κατά Παράδοση» (όπως και το κρασί βερντέα). Οι πιο γνωστές περιοχές παραγωγής ρετσίνας, με το δικαίωμα αναγραφής τους στην ετικέτα του κρασιού, ανήκουν στη Στερεά Ελλάδα και είναι οι εξής:

  • Αττική (κυρίως η περιοχή Μεσόγεια),
  • Βοιωτία και
  • Εύβοια.

Πηγή

To Top